H αυθεντικότητα στο βίωμα του σύγχρονου χριστιανού

Σεβ. Μητροπολίτη Μεσογαίας και Λαυρεωτικής κ. Νικολάου

1. Εισαγωγή

Ένα βίωμα, όταν είναι πνευματικά αυθεντικό, φανερώνει τη θεϊκότητα του ανθρώπου, ενώ όταν είναι μη αυθεντικό, εμποδίζει τη χάρη του Θεού να ενεργεί στη ζωή του. Γι' αυτό και ή αυθεντικότητα είναι απαραίτητη προϋπόθεση πνευματικής ζωής.
Πώς λοιπόν να προσεγγίσουμε την αυθεντικότητα του βιώματος; Πώς να την προσδιορίσουμε; Πώς να την ψηλαφίσουμε; Το θέμα σίγουρα δεν είναι διανοητικό. Γι' αυτό, ας επικεντρώσουμε την προσπάθεια μας στο να καταλάβουμε όλα αυτά πού θα δούμε στη συνέχεια, ούτε πάλι να κρατήσουμε σημειώσεις για να μην ξεχάσουμε κάτι, ούτε ακόμη να υποτάξουμε την αθωότητα του αυθορμητισμού μας στη διαδικασία ενός σχολαστικού έλεγχου μήπως κάτι δεν είναι απόλυτα σωστό.  

Στην πορεία λοιπόν αυτού του κειμένου, ας προσπαθεί ό καθένας μας να δει ποιος πράγματι είναι. Όχι τι από τα λεγόμενα είναι σωστό και τι λάθος, αλλά τι σχέση έχουμε εμείς με την αλήθεια. Όχι σε ποια εποχή ζούμε, άλλα πώς εμείς ζούμε, τι θέση έχει ο Χριστός στην καρδιά μας και πως προσδιορίζεται ή απόσταση μας από τη χάρη Του στη δική μας περίπτωση. Άλλα και πως λειτουργούν οι πόθοι μας, πως περιγράφονται οι στόχοι μας, πως διαγράφεται η κλήση μας ως «τέκνων του Θεού», ως αδελφών του Χριστού» ως πολιτών της βασιλεία Του, ως κεκλημένων στο δείπνο Του. Ο ευαγγελικός λόγος του Κύριου είναι αρκετά απόλυτος. Ο Κύριος αρνείται το ανθρώπινο δικαίωμα σε κάποιον μαθητή του, να παρευρεθεί στην κηδεία του πατέρα του, προλέγει μαρτύρια και δοκιμασίες σε όσους Τον ακολουθήσουν, ελέγχει τη χλιαρότητα, απαιτεί το «εν» που λείπει, προτείνει την τελειότητα «ει θέλεις τέλειος είναι». Ο Θεός είναι απόλυτος εμπερικλείει και προσφέρει καθετί που έχει πληρότητα και αυτό το ίδιο το είναι στην τέλεια μορφή. Είναι ο Ίδιος, ο Ων, είναι το Πάν. Η αλήθεια του Θεού πληροί μεν τον άνθρωπο, άλλα του αφήνει την αίσθηση ότι υπερβαίνει την πληρότητα του. Είναι κάτι ακόμη παραπάνω που δεν προσλαμβάνεται από τον άνθρωπο. Υπό αυτή την έννοια, ό Θεός, από οποίον θέλει να Τον ακολουθήσει, δεν ζητεί το υπερβάλλον σε δύναμη και δυσκολία -αυτό το αναπληρώνει ή χάρις Του-, αλλά την αυθεντικότητα στη συναίνεση, την αλήθεια στην προαίρεση, τη συνέπεια στην απόφαση. Μόνο έτσι ό άνθρωπος γίνεται συμβατός με τον Θεό, μόνο έτσι μπορεί να παρακολουθήσει τον βηματισμό Του, να αναγνωρίσει τα ίχνη Του.

2.  Ο αληθινός χριστιανός

Συχνά στις ευαγγελικές περικοπές, συναντούμε τους Αποστόλους να επικαλούνται τη αυθεντικότητα της προσωπικής τους μαρτυρίας προκειμένου να γίνουν πειστικοί: « ο άκηκόαμεν, ο έωράκαμεν τοις οφθαλμοίς ημών, ο έθεασάμεθα και αι χείρες ημών εψηλάφησαν απαγγέλλομεν υμίν» και «οίδαμεν ότι αληθής εστίν ή μαρτυρία αυτού». Άλλα και οι Σαμαρείτες και ό Τίμιος Πρόδρομος προσφεύγουν στην αμεσότητα της προσωπικής τους εμπειρίας. Η αυθεντικότητα του βιώματος αποτελεί το πειστικότερο επιχείρημα για την αλήθεια των λεγομένων μας.

Ας δούμε λοιπόν ποια είναι η έννοια του αυθεντικού βιώματος στη ζωή του χριστιανού. Αυθεντικός είναι ο Πέτρος ακόμη και στις πτώσεις του, γιατί είναι αυθόρμητος. Ζητά αποδείξεις και ο Κύριος τον καλεί να βαδίσει επί των υδάτων. Ολιγοπιστεί και βυθίζεται . Αυθόρμητα ομολογεί ότι το άγιο στόμα Του αναδίδει «ρήματα ζωής». Προτρέπει τον Κύριο να αποφύγει το Πάθος και Εκείνος τον επιτιμά λέγοντας του πώς μέσα του ομιλεί ο σατανάς. Αποποιείται με υπεροχικό αίσθημα την πλύση των ποδών του από τον Κύριο και στη συνέχεια υποχωρεί με έναν ιδιαίτερα εκφραστικό τρόπο. Τολμά βίαια να κόψει το αυτί του Μάλχου και δέχεται την επίπληξη του Κυρίου και τη θαυματουργική αποκατάσταση του αυτιού. Αρνείται τον Κύριο λίγο προ του Πάθους και αμέσως μετανοεί. Ακούει το μήνυμα της Αναστάσεως και το αμφισβητεί γι' αυτό και τρέχει στον τάφο να το επιβεβαιώσει μόνος του. Πέφτει και σηκώνεται. Αμαρτάνει και μετανοεί. Δεν παριστάνει είναι. Είναι ελεύθερος και όταν είναι ανθρώπινος. Σφάλλει και διορθώνεται, δεν είναι αλάθητος. Είναι αληθινός.

Αυθεντικός δεν είναι αυτός που δεν κάνει λάθη, άλλα αυτός που τα αντιλαμβάνεται, τα ομολογεί και μετανοεί.
Ο αυθεντικός όμως άνθρωπος δεν είναι μόνο αυθόρμητος στον τρόπο του είναι γνήσιος και στην πίστη του. Και η πίστη δεν είναι ιδεολόγημα που πρέπει να υποστηρίξουμε, ούτε σκέψη που πρέπει να κατανοήσουμε, ούτε άποψη που πρέπει να παραδεχθούμε. Η πίστη δεν είναι συναίσθημα, ούτε κανόνας με τον οποίο πρέπει να συμμορφωθούμε, ούτε βίωμα που ψυχολογικά επιβάλαμε στον εαυτό μας, ούτε πάλι στόχος που κατακτάται με ανθρώπινες προσπάθειες. Η πίστη είναι χάρις και ζωή και αλήθεια που προσφέρεται, αναδύεται και αποκαλύπτεται. Είναι κάτι που δίνει ό Θεός, κάτι που φανερώνει τον Θεό.

Και ο άνθρωπος δεν είναι μεγάλος γιατί μπορεί να καταφέρει πολλά, αλλά γιατί μπορούν να του συμβούν και να του αποκαλυφθούν μεγάλα. Όλα όμως αυτά προϋποθέτουν τη γνησιότητα, την αληθινότητα, την αυθεντικότητα. Χωρίς αυτά, ό ορίζοντας της ψυχής παραμένει κλειστός στη χάρι του Θεού. Βέβαια, ενώ μιλούμε για αυθεντικό βίωμα, συχνά φαίνεται πώς εννοούμε κάτι πού στην πραγματικότητα δεν είναι.

Γι' αυτό ας δούμε ποιος ακριβώς είναι ο αληθινός και γνήσιος χριστιανός. Στην προσπάθεια του ο Μέγας Βασίλειος να απαντήσει στο ερώτημα «ποταπούς είναι βούλεται ο λόγος τους χριστιανούς;» απαντά με το εξής τρόπο:
«Ως μαθητάς Χριστού προς, μόνα τυπωμένους α βλέπουσιν εν αύτω ή ακούουσι αυτού (Ματθ. ία 29, Ίωάν. ιγ' 13-15), ως ναούς Θεού άγιους, καθαρούς και μόνον πεπληρωμένους των προς λατρείαν Θεού (Ιωάν. ιδ' 23, Α' Κορ. στ' 16), ως τέκνα Θεού μεμορφωμένους προς την εικόνα του Θεού, κατά το μέτρον το τοις ανθρώποις κεχαρισμένον (Ίωάν. η' 13,33, Γαλ. δ' 49), ως άλας εν γη ώστε τους κοινωνούντας αύτοις ανανεούσθαι τω πνεύματι προς αφθαρσίαν (Ματθ. ε' 13), ως λόγον ζωής τη προς τα παρόντα νεκρώσει πιστουμένους την ελπίδα της όντως ζωής» (Φιλιπ. β' 15-16).

Την ίδια απολυτότητα συναντά κανείς και στους ασκητικούς Πατέρες και φυσικά στην «Κλίμακα» του αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου: «Χριστιανός εστί μίμημα Χριστου κατά το δυνατόν άνθρώπω, λόγοις και έργοις και έννοια εις την Αγίαν Τριάδα ορθώς και αμέμπτως πιστεύων».
Το χριστιανικό βίωμα είναι αυθεντικό, όταν αγαπούμε περισσότερο τον σταυρό από την άνεση, τον αγώνα πιο πολύ από τη νίκη όταν ζούμε τη βασιλεία του Θεού ως πιο πραγματική από τα γεγονότα της Ιστορίας όταν η πίστη μας είναι πιο δυνατή από τον ορθό λόγο όταν διακρίνουμε την αλήθεια πιο πολύ μέσα στα μυστήρια από όσο σε αυτά που κατανοούμε, όταν στις δυσκολίες μας είμαστε περισσότερο προσευχόμενοι και λιγότερο σκεπτόμενοι, όταν διαπιστώνουμε ότι ή χάρις είναι πιο αποτελεσματική από τον αγώνα μας, όταν ό αδελφός είναι πιο πλησίον από τον εαυτό μας, όταν μπορούμε να διακρίνουμε τι είναι μάταιο και τι γνήσιο, τι είναι ψεύτικο και τι αληθινό, τι είναι του θελήματος μας και τι του Θεού όταν ποθούμε τον θάνατο πιο πολύ από τη ζωή.
Ό αυθεντικός χριστιανός είναι συμβατός με την παράδοση και το δόγμα, άλλα και έχει κάτι το καινούργιο και πρωτότυπο, κάτι δικό του. Ή διαφορετικότητα του ενώνει και ομορφαίνει. Επιβεβαιώνει την οδό της τελειότητος, διότι είναι «το από των εθνών σύστημα, όπερ όρος ωνόμασται αροτριωμένον... Ορος η υψωθείσα υπό της του Χριστού διδασκαλία ψυχή».

Τελικά, η εικόνα του αυθεντικού ανθρώπου δεν είναι κάτι πού υπάρχει και πρέπει ο καθένας να μας μιμηθεί , άλλα είναι κάτι που δεν υπάρχει και καλείται ο καθένας μας να γεννήσει. Είναι ή έκφραση του ενός είναι κεκλημένος. Η αυθεντικότητα είναι αυτή που αναδεικνύει την ιερότητα του προσώπου.

3. Γνωρίσματα του αυθεντικού χριστιανικού βιώματος.

Ποια είναι τα γνωρίσματα του αυθεντικού χριστιανικού βιώματος;
Αφορμή θα πάρουμε από το τέλος του πρώτου κεφαλαίου του κατά Ιωάννη ευαγγελίου, από την περικοπή της κλήσεως των μαθητών. Αυτή η περικοπή έχει ένα ενδιαφέρον ιδιαίτερο. Και τούτο διότι αποτελεί μια εικόνα του πώς καλεί ο Χριστός τον κάθε χριστιανό ξεχωριστά και τι τελικά μας προσφέρει ή χάρις και ή αγάπη του Θεού μέσα στην κιβωτό της σωτηρίας, την Εκκλησία.
Στη συγκεκριμένη ευαγγελική περικοπή παρουσιάζονται τρεις κλήσεις, τρία προσκλητήρια προς τρεις μαθητές. Το ένα είναι του αποστόλου Ανδρέου, το δεύτερο του Φιλίππου και το τρίτο του Ναθαναήλ.
Κατ' αρχάς, και οι τρεις ανταποκρίνονται στην κλήση με μια έκρηξη πνευματικού ενθουσιασμού. Ο Ανδρέας αναφωνεί ότι «ευρήκαμεν τον Μεσσίαν», ο Φίλιππος τρέχει στον Ναθαναήλ και του λέγει: «όν έγραφε Μωυσής εν τω νόμω και οί προφήται ευρήκαμεν, Ιησούν», ο δε Ναθαναήλ απευθύνεται στον Κύριο και του λέγει: «συ ει ό Υιός του Θεού, συ ει ό Βασιλεύς του Ισραήλ».

Το πρώτο γνώρισμα του αυθεντικού βιώματος είναι η αίσθηση της εκ Θεού κλήσεως και η αυθόρμητη ανταπόκριση σ' αυτήν, κάτι πού εδράζεται στο άδολο της ψυχής. Ευθέως, αμέσως, χωρίς δεύτερο λόγο, χωρίς δισταγμό, χωρίς ορθολογιστικές σκέψεις, η ψυχή αναγνωρίζει το θεϊκό πρόσωπο και ανταποκρίνεται στην κλήση Του. Το είπε ο Κύριος:  «ίδε αγαθός Ισραηλίτης, εν ω δόλος ουκ εστί», δεν υπάρχει πονηρία, δεν υπάρχει μπέρδεμα, σύγχυση, πολύ προσδοκία, αυτό που οι Πατέρες ονομάζουν «τρώσω», φάγωμα της ψυχής, η διαρκής ετοιμότητα ότι έρχεται ο Κύριος να επισκεφθεί και τη δική μου ψυχή, να μπει και στη δική μου ζωή, έρχεται να αλλάξει, να μεταστρέψει, να μεταμορφώσει, να ανακαινίσει τα χαρακτηριστικά και του δικού μου βίου, και τα ιδιώματα και του δικού μου προσώπου, αυτές οι εμπειρίες αποτελούν απόδειξη αυθεντικού χριστιανικού βιώματος.

Στο σημείο αυτό, αξίζει να σημειωθεί ότι ο ενθουσιασμός των Αποστόλων δεν ήταν μια απλή έκφραση χαράς και έκπληξης ή αγνής διαθέσεως, άλλα είχε τα στοιχεία μιας μεγαλειώδους ομολογίας πίστεως, ομολογίας την οποία κρατάει η Εκκλησία ως θησαυρό στα χέρια της. Τον ομολόγησαν από την αρχή ως Θεό- ως τον Μεσσία ό Ανδρέας, ως Αυτόν για « τον οποίο έγραφαν ό Μωυσής και οι προφήτες…» ο  Φίλιππος, ως τον Υιό του Θεού του Ζώντος ως τον Χριστό ο Ναθαναήλ.
Και όχι μόνο αυτό. Έκαναν ακόμη ένα βήμα: κατέστησαν κοινωνούς της δίκης τους πίστεως και τους ανθρώπους του περιβάλλοντος τους. Διέδωσαν αμέσως το μήνυμα, το κοινοποίησαν. Ο Ανδρέας «ήγαγε τον Σίμωνα προς τον Ιησούν», ο Φίλιππος απευθύνεται στον Ναθαναήλ: «έρχου και ίδε», έλα και συ να δεις, έλα και συ να γευθείς. Αυτό το στοιχείο της κοινωνίας του θησαυρού της αγάπης του Θεού, πού ξεχειλίζει από μέσα μας και εκφράζεται ως ή πιο λεπτή και ή πιο ωραία εκδήλωση της δικής μας αγάπης προς τους συνανθρώπους και τους αδελφούς μας, αυτό αποτελεί ένα ακόμη γνώρισμα του αυθεντικού χριστιανικού βιώματος.

Θα κλείσουμε με ένα επιπλέον γνώρισμα: τη διάθεση του μαρτυρίου. Όλοι αυτοί οι Απόστολοι μαρτύρησαν. Επισφράγισαν την κλήση τους με το μαρτύριο του αίματός τους. Είχαν τέτοια πίστη  που, ενώ ήταν πολύ εύκολη η αρχή -«ευθέως» δέχθηκαν το μήνυμα και την πρόσκληση του Κυρίου- ήταν εξίσου εύκολο και το τέλος - πρόθυμα έχυσαν το αίμα τους γι' Αυτόν. Του έδωσαν τη ζωή τους και όσο εύκολα Τον ακολούθησαν στην επίγεια πορεία Του, τόσο πρόθυμα Τον ακολουθούν αιωνίως ενωμένοι μαζί Του και στη Βασιλεία Του.

Επιμέλεια άρθρου: Ρένος Κωνσταντίνου, θεολόγος