Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ - Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ - Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Μητροπολίτη Κωνσταντίας – Αμμοχώστου Βασιλείου

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ

«Καὶ οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανὸν εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὤν ἐν τῷ οὐρανῷ. καὶ καθὼς Μωϋσῆς ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται ἀλλ' ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον. Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται ἀλλ' ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον. οὐ γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ εἰς τὸν κόσμον ἵνα κρίνῃ τὸν κόσμον, ἀλλ' ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι' αὐτοῦ».

Η Ευαγγελική περικοπή (Ιω. 3:13-17) αναφέρεται στην αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο, αγάπη που επέδειξε ο Θεός μέσω του σταυρού του Υιού του Ιησού Χριστού. Ο σταυρός του Χριστού όντως είναι η φανέρωση της αγάπης του Θεού προς τον άνθρωπο. «Τόσο πολύ αγάπησε ο Θεός τον κόσμο, ώστε παρέδωσε στον θάνατο τον μονογενή Υιό του, για να μη χαθεί όποιος πιστεύει σ’ αυτόν, αλλά να έχει ζωή αιώνια. Γιατί ο Θεός δεν έστειλε τον Υιό στον κόσμο, για να κρίνει τον κόσμο, αλλά για να σωθεί ο κόσμος μέσω αυτού».

Είναι φορές που διερωτόμαστε τι είδους είναι αυτή η αγάπη του Θεού προς εμάς ώστε να θυσιάσει ακόμα και τον Υιό του; Για να αντιληφθούμε την αγάπη αυτή του Θεού προς εμάς πρέπει να αναχθούμε στην αρχή της δημιουργίας μας από τον Θεό. Ο Θεός μας δημιούργησε για να μετέχουμε στη δική του αγάπη. Για το λόγο αυτό, τόσο η δημιουργία μας, όσο και η αγάπη του Θεού προς εμάς είναι χωρίς προϋποθέσεις και είναι πράξεις και ενέργειες ελευθερίας του θελήματος του Θεού. Ο Θεός με ελευθερία του θελήματός του δημιούργησε τον άνθρωπο και με ελευθερία του θελήματός του ενήργησε για τη σωτηρία του ανθρώπου. Αν μπορούσαμε να παρομοιάσουμε τον Θεό με τους γονείς, οι οποίοι αγαπούν τόσο πολύ τα παιδιά τους και είναι έτοιμοι να προσφέρουν και τη δική τους ζωή για εκείνα, ή ακόμα κάνουν όλα όσα μπορούν για να προστατέψουν τα παιδιά τους από διάφορους κινδύνους, με παρόμοιο τρόπο ο Θεός κάνει τα πάντα για να προσφέρει στον άνθρωπο τη σωτηρία επειδή αγαπά τον άνθρωπο, είναι Πατέρας.
 
Με αυτό τον τρόπο κατανοείται και η πρώτη εντολή του Μωσαϊκού νόμου για την αγάπη. Αυτή έχει μία διπολικότητα: ζητείται από τον άνθρωπο εξ ίσου να αγαπά τον Θεό με ολόκληρη την ύπαρξη του και το συνάνθρωπο του όπως τον εαυτό του.

Η αγάπη που επέδειξε ο Θεός μέσω του Υιού δεν περιορίζεται σε μόνη την εποχή της σταυρώσεώς του αλλά προεκτείνεται σε όλο το ανθρώπινο γένος, σε εκείνους που έζησαν πριν από τον Χριστό και σε όλους εκείνους που θα έλθουν μετά τον Χριστό μέχρι το τέλος αυτού του κόσμου. Δεν εξαιρεί κανέναν ο Θεός από την αγάπη του. Μόνο εμείς οι άνθρωποι θέλουμε να περιορίσουμε ζηλότυπα την αγάπη του Θεού για μόνο τον εαυτό μας για πολλούς και ποικίλους λόγους.

Ο Απόστολος Παύλος θέτει ενώπιο μας τις προϋποθέσεις της αγάπης, όπως ο Θεός θέλει την αγάπη, καθώς και το περιεχόμενό της. Με τον τρόπο αυτό ο Θεός πρόσφερε θυσία τον Υιό του, γιατί η αγάπη δεν είναι εγωιστική αναζήτηση και συμφέρον που αποκτούμε από τους άλλους, αλλά θυσιαστική προσφορά.

«Αν τις γλώσσες των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αλλά αγάπη δεν έχω, έχω γίνει χαλκός που ηχεί ή κύμβαλο που αλαλάζει. Και αν έχω προφητεία και ξέρω τα μυστήρια όλα και όλη τη γνώση, και αν έχω όλη την πίστη, ώστε όρη να μετακινώ, αλλά αγάπη δεν έχω, τίποτα δεν είμαι. Και αν δώσω για τροφή όλα τα υπάρχοντά μου και αν παραδώσω το σώμα μου, για να καώ, αλλά αγάπη δεν έχω, τίποτα δεν ωφελούμαι. Η αγάπη μακροθυμεί, συμπεριφέρεται με χρηστότητα η αγάπη, δε ζηλεύει, η αγάπη δε μεγαλοκαυχιέται, δε φουσκώνει από υπερηφάνεια, δε συμπεριφέρεται άσχημα, δε ζητά τα δικά της, δεν παροξύνεται, δε λογίζεται το κακό, δε χαίρει για την αδικία, συγχαίρει όμως στην αλήθεια. Όλα τα ανέχεται, όλα τα πιστεύει, όλα τα ελπίζει, όλα τα υπομένει. Η αγάπη ποτέ δεν πέφτει. Είτε όμως προφητείες, θα καταργηθούν. είτε γλώσσες, θα πάψουν. είτε γνώση, θα καταργηθεί. Γιατί μερικώς γνωρίζουμε και μερικώς προφητεύουμε. Όταν όμως έρθει το τέλειο, το μερικό θα καταργηθεί. Όταν ήμουν νήπιο, λαλούσα σαν νήπιο, φρονούσα σαν νήπιο, λογιζόμουν σαν νήπιο. όταν έγινα άντρας, κατάργησα τα νηπιακά πράγματα. Γιατί βλέπουμε τώρα μέσα από κάτοπτρο αινιγματικά, τότε όμως πρόσωπο με πρόσωπο. τώρα γνωρίζω μερικώς, τότε όμως θα γνωρίσω καλά καθώς και γνωρίστηκα καλά. Τώρα λοιπόν μένουν: πίστη, ελπίδα, αγάπη. τα τρία αυτά. Μεγαλύτερη όμως από αυτά είναι η αγάπη. » (Α΄ Κορ. 13:1-13).

Για όλους αυτούς τους λόγους ο Απόστολος Παύλος δηλώνει με περισσή βεβαιότητα για το χριστιανικό κήρυγμα του Σταυρού. «Γιατί ο λόγος του σταυρού αφενός γι’ αυτούς που χάνονται είναι μωρία, αφετέρου για εμάς που σωζόμαστε είναι δύναμη Θεού. Γιατί είναι γραμμένο: Θα καταστρέψω τη σοφία των σοφών και τη σύνεση των συνετών θα απορρίψω. Πού είναι ο σοφός; Πού ο γραμματέας; Πού ο συζητητής του αιώνα τούτου; Δε μώρανε ο Θεός τη σοφία του κόσμου; Επειδή, λοιπόν, με τη σοφία του Θεού, δε γνώρισε ο κόσμος διαμέσου της σοφίας του το Θεό, ευδόκησε ο Θεός διαμέσου της μωρίας του κηρύγματος να σώσει εκείνους που πιστεύουν. Επειδή, πράγματι, οι Ιουδαίοι απαιτούν σημεία και οι Έλληνες ζητούν σοφία, εμείς όμως κηρύττουμε Χριστό σταυρωμένο, αφενός στους Ιουδαίους είναι σκάνδαλο, αφετέρου στα έθνη μωρία. Σ’ αυτούς όμως τους κλητούς, Ιουδαίους και Έλληνες, ο Χριστός είναι Θεού δύναμη και Θεού σοφία. Γιατί το μωρό του Θεού είναι σοφότερο των ανθρώπων και το ασθενές του Θεού είναι ισχυρότερο των ανθρώπων.» (Α΄Κορ. 1:18-25).

Εάν έλειπε η αγάπη, τότε η θυσία του Χριστού επί του σταυρού θα ήταν ακατανόητη, θα ήταν καταδίκη χωρίς περαιτέρω επιπτώσεις. Για τον Θεό όμως σταυρός σημαίνει αγάπη και αγάπη σημαίνει σταυρός, γι’ αυτό και η αγάπη του Θεού προς εμάς έχει υψηλό κόστος, κόστος που σημαίνει τη σταυρική θυσία του Υιού του Θεού. Αυτό αποτελεί την ύψιστη προσφορά του Θεού προς τον άνθρωπο μετά τη δημιουργία του από το μηδέν. Η μεν δημιουργία οδήγησε τον άνθρωπο από την ανυπαρξία στην ύπαρξη, ενώ η σταυρική θυσία του Χριστού και η ανάστασή του οδήγησαν τον άνθρωπο από το θάνατο και πάλι στη ζωή. Έτσι, ο Χριστιανισμός είναι συνυφασμένος με το σταυρό του Χριστού και την αγάπη. Στο σημείο αυτό όμως ακουμπούμε ένα πολύ ευαίσθητο και υψηλό νόημα της αγάπης, γιατί η αγάπη όπως φαίνεται στο Χριστιανισμό δεν είναι συναισθηματισμός, αλλά είναι οντολογική κατηγορία που μας οδηγεί στον υπερβατό Θεό. «Ο Θεός είναι αγάπη,  και όποιος ζει μέσα στην αγάπη, ζει μέσα στον Θεό, και ο Θεός μέσα σ’ αυτόν» (Α΄ Ιω. 4:16). Άρα, υπάρχει αμοιβαιότητα της αγάπης του Θεού και της αγάπης που πρέπει ο άνθρωπος να επιδεικνύει στον Θεό.
 
Το κεντρικό σημείο της αγάπης του Θεού είναι το γεγονός ότι αυτή αποτελεί, πρώτον, την πηγή της ζωής, αυτό σημαίνει η δημιουργία του ανθρώπου και του κόσμου. Δεύτερον, η αγάπη του Θεού αποτελεί την πηγή της σωτηρίας, αυτό σημαίνει η ενανθρώπιση και η σταυρική θυσία του Ιησού Χριστού. Η αμαρτία ήταν τόσο βαθειά ριζωμένη στο είναι του ανθρώπου, που έπρεπε ο Θεός να προσφέρει τον Υιό του θυσία για μας. Τρίτον, η αγάπη του Θεού αποτελεί τη νίκη και την υπέρβαση του θανάτου, αυτό σημαίνει η ανάσταση του Ιησού Χριστού και η ελπίδα της δικής μας αναστάσεως. Τέταρτον, η αγάπη του Θεού αποτελεί το λόγο της δευτέρας παρουσίας και τη βάση της κρίσεως του κόσμου από τον Ιησού Χριστό, αυτό σημαίνει η κρίση του κόσμου με μοναδικό κριτήριο την αγάπη.

Η άλλη διάσταση αυτής της ύψιστης και υπερφυσικής έννοιας της αγάπης λαμβάνει ενδοκοσμική έννοια. Οι άνθρωποι καλούνται να μιμηθούν την αγάπη του Θεού. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι, όπως η αγάπη του Θεού έγινε ο καταλύτης της αμαρτίας και του θανάτου και η βάση της ανακαινίσεως του κόσμου και του ανθρώπου, κατά τον ίδιο τρόπο, η αγάπη μεταξύ των ανθρώπων πρέπει να γίνει ο καταλύτης των αμαρτωλών εκφάνσεων της ζωής των ανθρώπων εντός του κόσμου, του χρόνου και της ιστορίας. Αμαρτωλές εκφάνσεις είναι, είτε αυτές που αφορούν και δηλητηριάζουν καθημερινά τις διαπροσωπικές μας σχέσεις, είτε αυτές που αφορούν τις δικές μας κοινωνίες και μας διαβρώνουν ένεκα της εγωιστικής συμπεριφοράς μας, είτε αυτές αφορούν το σύνολο του κόσμου και των ανθρώπων και δημιουργούν συγκρούσεις, πολέμους, καταστροφές του περιβάλλοντος και κάθε άλλο που προκαλεί την αναστάτωση της δημιουργίας του Θεού. Ο ποιητής χαρακτήρισε αυτές τις καταστάσεις με την έκφραση: «το στέγνωμα της αγάπης». Εάν εμμένουμε σ’ αυτές τις αμαρτωλές καταστάσεις σημαίνει ότι συνεχίζουμε να βρισκόμαστε σε κατάσταση πτώσεως, όπως αυτή προ της ελεύσεως του Σωτήρα μας Ιησού Χριστού.

Ἡ τελεία ἀγάπη οὐ συνδιασχίζει τὴν μίαν τῶν ἀνθρώπων φύσιν ταῖς διαφόροις αὐτῶν γνώμαις, ἀλλ᾽ εἰς αὐτὴν ἀεὶ ἀποβλεπομένη πάντας ἀνθρώπους ἐξ ἴσου ἀγαπᾷ· τοὺς μὲν σπουδαίους ὡς φίλους, τοὺς δὲ φαύλους ὡς ἐχθροὺς ἀγαπᾷ, εὐεργετοῦσα καὶ μακροθυμοῦσα καὶ ὑπομένουσα τὰ παρ᾽ αὐτῶν ἐπαγόμενα· τὸ κακὸν τὸ σύνολον μὴ λογιζομένη, ἀλλὰ καὶ πάσχουσα ὑπὲρ αὐτῶν, εἰ καιρὸς καλέσειεν, ἵνα καὶ αὐτοὺς ποιήσῃ φίλους, εἰ οἷόν τε· εἰ δὲ μή, τῆς γε ἰδίας διαθέσεως οὐκ ἐκπίπτει, τοὺς τῆς ἀγάπης καρποὺς ἀεὶ ἐξ ἴσου πρὸς πάντας ἀνθρώπους ἐνδεικνυμένη. Διὸ καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν καὶ Θεὸς Ἰησοῦς Χριστός, τὴν αὑτοῦ ἀγάπην εἰς ἡμᾶς ἐνδειξάμενος, ὑπὲρ ὅλης τῆς ἀνθρωπότητος ἔπαθεν καὶ πᾶσιν ἐξ ἴσου τὴν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως ἐχαρίσατο· εἰ καὶ ἕκαστος ἑαυτὸν εἴτε δόξης εἴτε κολάσεως καθίστησιν ἄξιον. (Μαξίμου Ομολογητού. Κεφάλαια περί αγάπης. Εκατοντάς Α, 71).

Πολλές είναι οι φορές που, είτε από άγνοια, είτε κακή γνώση και παραπληροφόρηση που δεν έχει σχέση με το κήρυγμα του Ευαγγελίου του Χριστού, είτε από ξένες περί Θεού επιδράσεις, έχουμε την εικόνα και την αντίληψη περί του Θεού ότι τιμωρεί για καθετί που κάνουμε και δημιουργούμε έτσι φοβερές και αδικαιολόγητες ενοχές μέσα μας. Ο Θεός δεν είναι άλλος παρά αυτός που μας λέγει η ευαγγελική περικοπή σήμερα, γεμάτος από αγάπη για μας. Άλλωστε, μας το λέγει ξεκάθαρα: «Ο Θεός δεν έστειλε τον Υιό του στον κόσμο για να καταδικάσει τον κόσμο, αλλά για να σωθεί ο κόσμος δι’ αυτού».

Ο ευαγγελιστής Ιωάννης στην Α΄ Επιστολή θεμελιώνει τη χριστιανική ζωή επί της αγάπης.

«Αγαπητοί, ας αγαπούμε ο ένας τον άλλο, γιατί η αγάπη είναι από το Θεό, και καθένας που αγαπά έχει γεννηθεί από το Θεό και γνωρίζει το Θεό. Όποιος δεν αγαπά δε γνώρισε το Θεό, γιατί ο Θεός είναι αγάπη. Με αυτό φανερώθηκε η αγάπη του Θεού σ’ εμάς: με το ότι ο Θεός έχει αποστείλει στον κόσμο τον Υιό του το μονογενή, για να ζήσουμε μέσω αυτού. Σ’ αυτό συνίσταται η αγάπη: όχι στο ότι εμείς έχουμε αγαπήσει το Θεό, αλλά στο ότι αυτός μας αγάπησε και απέστειλε τον Υιό του ως ιλασμό για τις αμαρτίες μας. Αγαπητοί, αν ο Θεός έτσι μάς αγάπησε, και εμείς οφείλουμε να αγαπούμε ο ένας τον άλλο. Το Θεό κανείς ποτέ ως τώρα δεν τον έχει παρατηρήσει. αν αγαπούμε ο ένας τον άλλο, ο Θεός μένει μέσα μας και η αγάπη του μέσα μας είναι τελειοποιημένη. Με αυτό γνωρίζουμε ότι μένουμε μέσα του και αυτός μέσα μας: με το ότι από το Πνεύμα του μας έχει δώσει. Και εμείς έχουμε δει με θαυμασμό και μαρτυρούμε ότι ο Πατέρας έχει αποστείλει τον Υιό σωτήρα του κόσμου. Όποιος ομολογήσει ότι ο Ιησούς είναι ο Υιός του Θεού, ο Θεός μένει μέσα του και αυτός μέσα στο Θεό. Και εμείς έχουμε γνωρίσει και έχουμε πιστέψει την αγάπη που έχει ο Θεός για μας. Ο Θεός είναι αγάπη, και όποιος μένει μέσα στην αγάπη μένει μέσα στο Θεό, και ο Θεός μένει μέσα του. Γι’ αυτό έχει τελειοποιηθεί η αγάπη μαζί μ’ εμάς: για να έχουμε παρρησία κατά την ημέρα της κρίσης, γιατί καθώς είναι εκείνος, έτσι είμαστε κι εμείς μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο. Φόβος δεν υπάρχει μέσα στην αγάπη, αλλά η τέλεια αγάπη έξω διώχνει το φόβο, γιατί ο φόβος έχει σχέση με τιμωρία, και αυτός που φοβάται δεν έχει τελειοποιηθεί στην αγάπη. Εμείς αγαπούμε, γιατί αυτός πρώτος μάς αγάπησε. Αν κάποιος πει: «Αγαπώ το Θεό», και τον αδελφό του τον μισεί, είναι ψεύτης. Γιατί αυτός που δεν αγαπά τον αδελφό του, που έχει δει, δε δύναται να αγαπά το Θεό, που δεν έχει δει. Και αυτήν την εντολή έχουμε από Αυτόν: όποιος αγαπά το Θεό να αγαπά και τον αδελφό του. » (Α΄ Ιω. 4:7-21).

Ὥσπερ ὁ Θεὸς φύσει ὢν ἀγαθὸς καὶ ἀπαθὴς πάντας μὲν ἐξ ἴσου ἀγαπᾷ ὡς ἔργα αὐτοῦ, ἀλλὰ τὸν μὲν ἐνάρετον δοξάζει, ὡς καὶ τῇ γνώμῃ οἰκειούμενον, τὸν δὲ φαῦλον δι᾽ ἀγαθότητα ἐλεεῖ καὶ ἐν τῷ αἰῶνι τούτῳ παιδεύων ἐπιστρέφει· οὕτω καὶ ὁ τῇ γνώμῃ ἀγαθὸς καὶ ἀπαθὴς πάντας ἀνθρώπους ἐξ ἴσου ἀγαπᾶ, τὸν μὲν ἐνάρετον διά τε τὴν φύσιν καὶ τὴν ἀγαθὴν προαίρεσιν, τὸν δὲ φαῦλον διά τε τὴν φύσιν καὶ τὴν συμπάθειαν, ἐλεῶν ὡς ἄφρονα καὶ ἐν σκότει διαπορευόμενον. (Μαξίμου Ομολογητού. Κεφάλαια περί αγάπης. Εκατοντάς Α, 25).

Στο ανωτέρω κείμενο της Α΄ Καθολικής Επιστολής διαπιστώνουμε θεολογική και νοηματική ομοιότητα με το ευαγγελικό κείμενο της περικοπής, πράγμα που αποδεικνύει τον ίδιο συγγραφέα του Ευαγγελίου του Ιωάννη και των Επιστολών του Ιωάννη. Με τον τρόπο αυτό ο ευαγγελιστής Ιωάννης ερμηνεύει αφ’ ενός μεν τις δύο πρώτες εντολές του Μωσαϊκού Νόμου περί της αγάπης του Θεού και της αγάπης του πλησίον, αφ’ ετέρου δε επαναβεβαιώνει τους λόγους του Ιησού Χριστού για την αγάπη.

Ναι, ο Θεός είναι αγάπη. Πρόσφερε τον Υιό του από αγάπη για τη δική μας σωτηρία. Δεν ζήτησε από εμάς να γίνουμε άξιοι της αγάπης του πριν από την προσφορά του, γιατί, αν ανέμενε αυτό από εμάς, δυστυχώς δεν θα είχαμε ευεργετηθεί από την απέραντη αγάπη του και θα μας ταλαιπωρούσε η μιζέρια της υποταγής μας στην αμαρτία και τη δουλεία στο διάβολο. Η αγάπη, επομένως, του Θεού δημιουργεί ευθύνη σε μας να αγαπούμε, αφ’ ενός μεν τον Θεό, αφ’ ετέρου δε το συνάνθρωπό μας, όπως μας προτρέπει και ο ευαγγελιστής Ιωάννης. Παράδειγμα ζωντανό αυτής της αγάπης είναι και η παραβολή του Καλού Σαμαρείτη.